H έννοια της χρήσης του αντικειμένου κατά Winnicott

Σάββας Μπακιρτζόγλου | Ψυχολόγος – Ψυχαναλυτής

Το αντικείμενο για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το υποκείμενο πρέπει να είναι πραγματικό, με την έννοια μιας πραγματικότητας που όλοι μοιράζονται, και όχι ενός αντικειμένου χρωματισμένου από την υποκειμενικότητα του ατόμου,   υπό την μορφήν ενός  εσμού προβολών. Η έννοια της χρήσης του αντικειμένου προϋποθέτει απαραίτητα την αποδοχή εκ μέρους του υποκειμένου, μιας  αυτόνομης ύπαρξης του αντικειμένου, όπου, ως εκ τούτου, αυτό τοποθετείται έξω από το πεδίο ενός παντοδύναμου ελέγχου εκ μέρους του ατόμου.

Είναι το υποκείμενο που δημιουργεί το αντικείμενο, με την έννοια ότι το βρίσκει εξωτερικά. Αυτή η εμπειρία όμως εξαρτάται από την ικανότητα του αντικειμένου να επιβιώνει. Σε αυτήν την περίπτωση η επιβίωση του αντικειμένου σημαίνει ότι αυτό δεν θα κινήσει αντίποινα εναντίον του υποκειμένου.

H μετατροπή από τη σχέση με το αντικείμενο (οbject-relating) στη χρήση του αντικειμένου.

Ας σημειωθεί ότι η έννοια της χρήσης εδώ δε νοείται με την  μορφή της εκμετάλλευσης αλλά περισσότερο αφορά σε ένα θετικό φαινόμενο όπου το παιδί είναι ικανό να νοηματοδοτήσει το αντικείμενο ως κάτι εξωτερικό. Κατά τον Winnicott, αυτό συμπίπτει με την δοκιμασία της πραγματικότητας και αφορά στο σχετίζεσθαι του υποκειμένου  με τα εξωτερικά αντικείμενα ως  ανεξάρτητη οντότητα. Το υποκείμενο δύναται να σχετίζεται με το εξωτερικό αντικείμενο ως ένα ξεχωριστό «Μη- Εγώ»: τότε είναι που λαμβάνει χώρα η χρήση του αντικειμένου. Επομένως η έννοια της χρήσης του αντικειμένου αφορά στο παιδί εκείνο που είναι ικανό να συνδέεται με το αντικείμενο εν είδει ενός εξωτερικού φαινομένου. Είναι  μια διέξοδoς του παιδιού σε μια περιβάλλουσα πραγματικότητα ανεξάρτητη από την υποκειμενικότητά του.

Αντίθετα, σε πρωθύστερη αναπτυξιακή φάση, ο όρος σχέσης με το αντικείμενο (objectrelating) αφορά στη συμβιωτική σχέση του παιδιού με το περιβάλλον ως εάν το τελευταίο να ήταν η προβολή και δημιουργία του, επομένως σα να ήταν ένα μέρος αυτού του ίδιου.  

Το παιδί ξεκινά τη ζωή του συμβιωτικά (object –relating), ως εάν η μητέρα του να ήταν δική του δημιουργία, σαν μια προέκταση του υποκειμενικού του εαυτού. Εδώ το παιδί δεν είναι υπεύθυνο ούτε είναι ικανό να νοιάζεται για τους άλλους, καθώς οι άλλοι γίνονται αντιληπτοί ως μέρος του. Τω όντι, το παιδί ξεκινά τη ζωή με τις πρωταρχικές ναρκισσιστικές πεποιθήσεις και την ασυνείδητη πίστη στον παντοδύναμο εαυτόν του. Νοιώθει σα να τρέφει αυτό το ίδιο τον εαυτόν του και ως εάν η μαμά να αποτελεί δικό του κομμάτι. Σε αυτήν την φάση του παιδιού,  η πραγματικότητα εξαρτάται από τις φαντασίες και τις αυταπάτες του. Σιγά-σιγά, με τη βοήθεια της λειτουργίας της αρκετά καλής μητρικότητας και ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος (holding), το Εγώ του παιδιού αναπτύσσει ένα αίσθημα από την μια  υποκειμενικότητας και από την άλλη πραγματικότητας. Αναπτύσσει τότε την ικανότητα να βλέπει τα πράγματα ως Μη-Εγώ. Διαμέσου της προοδευτικής στέρησης, το παιδί ξεκινά να διαφοροποιεί τον εαυτόν του από τους άλλους οπότε η πραγματικότητα αρχίζει να υπάρχει αυτή καθ’εαυτή. Είναι τότε ακριβώς που το παιδί ξεκινά να  χρησιμοποιεί το αντικείμενο ως εξωτερικό φαινόμενο. Η μετάβαση του παιδιού από τα απεκδυόμενα της υποκειμενικής πραγματικότητας αντικείμενα προς  τα αντικείμενα της εξωτερικής πραγματικότητας επισυμβαίνει σε έναν μεταβατικό χώρο και διαμέσου μιας εξολόθρευσης / αφάνισης εκ μέρους του παιδιού: το παιδί σκοτώνει το υποκειμενικό αντικείμενο και έκτοτε ξεκινά να υπάρχει χωρίς αυτό.  Το συμβολικό σκότωμα λαμβάνει χώρα από τον θυμό και το μίσος του παιδιού εναντίον του αντικειμένου, το οποίο αντικείμενο, στη συνέχεια αρχίζει να γίνεται μια ανεξάρτητη οντότητα. Ίσως να είναι η προοδευτική στέρηση το έναυσμα του θυμού ο οποίος σκοτώνει το (υποκειμενικό)  αντικείμενο, το οποίο έκτοτε αρχίζει να επιβιώνει αυτιδικαίως.

Ο Winnicott, χρησιμοποιεί τον όρο ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ για να προσδιορίσει ακριβώς αυτήν τη μεταβολή μέσα από την οποίαν διέρχεται το αντικείμενο. Εξηγεί μάλιστα ότι για να είναι το παιδί σε θέση να χρησιμοποιήσει το αντικείμενο, σαν μια πραγματικότητα, είναι απαραίτητη η ΕΠΙΒΙΩΣΗ του. Τα αντικείμενα χρειάζεται να διασφαλίσουν ότι δεν θα κινήσουν αντίποινα εναντίον του υποκειμένου, έτσι ώστε ο αποχωρισμός να είναι επιτυχής. Αντιθέτως, τα αντίποινα αυξάνουν την εξάρτηση του υποκειμένου από το αντικείμενο και δεν επιτρέπουν να λάβει χώρα ο αποχωρισμός.

Στην ψυχανάλυση των οριακών και των ψυχωτικών, ο αναλυόμενος αντιλαμβάνεται τον αναλυτή  του ως ένα κομμάτι δικό του και σαν ένα υποκειμενικό φαινόμενο. Όσο ο αναλυτής αποτελεί ένα μέρος του εσωτερικού κόσμου του ασθενούς δεν μπορεί να λάβει χώρα μια πραγματική αλλαγή, καθώς η όλη διαδικασία αποτελεί μέρος του ασθενούς. Μόνο αφότου ο ασθενής θυμώσει, μπορέσει να σκοτώσει τον αναλυτή (μέσα του) και ο τελευταίος επιβιώσει χωρίς να κάνει αντίποινα,   τότε μόνον ο ασθενής είναι ικανός να δει τον αναλυτή του σαν μια ανεξάρτητη οντότητα και τότε μόνον είναι που ο τελευταίος μπορεί να γίνει μια εξωτερική πραγματικότητα. Είναι τότε μόνον όπου η δοκιμασία της πραγματικότητας επιστρέφει στην κανονική της διάσταση. Αυτή η διαδικασία της μετάβασης από την κατάσταση της συμβιωτικής σχέσης (object relating) στη χρήση του αντικειμένου είναι προεξάρχουσα ώστε το παιδί να μπορέσει να διαφοροποιήσει το Εγώ από το Μη-Εγώ.

Συμπερασματικά, η επιβεβαίωση του όλου Εγώ από το Μη-Εγώ, δίνει στο παιδί τη δυνατότητα να νοιάζεται για τον άλλο  και  του εξασφαλίζει την ικανότητα να δοκιμάζει την πραγματικότητα. Η μεταβολή επιτυγχάνεται διαμέσου του θυμού και του φόνου του υποκειμενικού αντικειμένου που επιτρέπει ώστε το αντικείμενο να γίνει πραγματικό.  Από την στιγμή που εγκαθίσταται η πραγματικότητα, το παιδί καταφέρνει να αγαπά και να απολαμβάνει την πραγματική και αληθινή πραγματικότητα

Once reality is established the child can love and enjoy the real and true reality.  

Τότε το παιδί αισθάνεται πραγματικό και νοιώθει την πραγματικότητα του περιβάλλοντος. Η αίσθηση της πραγματικότητας είναι το κλειδί του αποχωρισμού-εξατομίκευσης.

Πηγή: Σημειώσεις Εκπαιδευτικού Προγράμματος Επέκεινα-Ψυχαναλυτική Πράξη.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ