Σάββας Μπακιρτζόγλου | Ψυχολόγος – Ψυχαναλυτής
Ο βιογράφος του Freud, Ernest Jones, υποστήριζε ότι ο πατέρας της ψυχανάλυσης εκτιμούσε και απολάμβανε τις τέχνες με την εξής σειρά : πρώτα την ποίηση, μετά τη γλυπτική και την αρχιτεκτονική, έπειτα τη ζωγραφική και τη μουσική σχεδόν καθόλου. Ο Freud είχε κάποια έργα στην κατοχή του όπως χαρακτικά του Wilhelm von Kaulbach (1805–1874 γερμανός ζωγράφος). Ήταν επίσης φανατικός ερασιτέχνης αρχαιολόγος με μεγάλη συλλογή από αγαλματίδια, μικρές φιγούρες κλπ. αλλά και εδώ ήταν το θέμα του κομματιού που τον ενδιέφερε περισσότερο παρά η φόρμα του.
Ο Freud μελέτησε Goethe, Σοφοκλή, Shakespeare, Dostoyevsky κ.α. Ένα από τα διασημότερα έργα του φέρει τον τίτλο «Tο παραλήρημα και τα όνειρα στη “Gradiva’’» (Delusions and Dreams in Jensen’s Gradiva. S.E. Volume IX (9).7-95). Πρόκειται για την ανάλυση-μελέτη της υστερο-ρομαντικής νουβέλας του γερμανού συγγραφέα Wilhelm Jensen «Gradiva: Μια πομπηιανή φαντασία» την οποία έγραψε στις αρχές του 1900. H νουβέλα αφηγείται τη ζωή του Norbert Hanold, νεαρού εσωστρεφούς αρχαιολόγου, ο οποίος ασχολιόταν με τη δουλειά του στον υπερθετικό βαθμό, έτσι ώστε να φτάνει ν’αγνοεί τις γυναίκες. Ο ήρωας της νουβέλας κάποτε επισκέφτηκε ένα μουσείο στη Ρώμη και εντυπωσιάστηκε από το αγαλματίδιο μιας νέας Ρωμαίας γυναίκας με φτερωτή περπατησιά την οποία «βάφτισε» “Gradiva’’1 δηλαδή «θούρια»: αυτή που βαδίζει, ή που προχωρά μπροστά, αυτή που βαδίζει με σταθερό, αγέρωχο και ανάλαφρο βήμα.
Αυτό που είδε ήταν ένα γύψινο αντίγραφο2, προφανώς η απεικόνιση μιας Ρωμαίας παρθένας, μιας εικοσάχρονης virgo καθώς βάδιζε. Οι αρχαίοι ποιητές απέδιδαν συνήθως στον Άρη το επίθετο αυτό, στο θεό του πολέμου, τον “ΜarsGradivus” που ξεκινάει για τη μάχη. O Norbert όμως θεώρησε ότι ήταν το πιο κατάλληλο όνομα για ν’ αποδώσει τη στάση και την κίνηση του κοριτσιού. Αγόρασε τότε το αντίγραφο από το μουσείο και το κρέμασε στον τοίχο του γραφείου του. Προοδευτικά, το πνεύμα και η ψυχή του κυριεύτηκαν από το αίνιγμα αυτού του νεαρού κοριτσιού.
Μια νύχτα ονειρεύτηκε ότι βρισκόταν στη Πομπηία την παλιά εποχή, τον Αύγουστο του 79Π.Χ., λίγο πριν από την έκρηξη του Βεζούβιου, και ότι συνάντησε τη Gradiva. Βλέποντάς την να περπατά ατάραχη στους δρόμους θέλησε να την προειδοποιήσει για τον φοβερό κίνδυνο ο οποίος την απειλούσε, ωστόσο στάθηκε αδύνατον να τη σώσει, η «θούρια» θάφτηκε κάτω από τη στάχτη.
Όταν ξύπνησε, πλημμυρισμένος από την επιθυμία του να τη συναντήσει, ξεκίνησε να πάει στην Πομπηία. Φτάνοντας εκεί και περιπλανώμενος στο μεσημεριανό λιοπύρι εν μέσω ονείρου και παραληρήματος, συνάντησε μια νέα γυναίκα, ζωντανή με σάρκα και οστά που περπατούσε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, και η οποία, στα μάτια της ψυχής του ήταν η Gradiva. Στην πραγματικότητα όμως, κατά σύμπτωση, η γυναίκα αυτή ήταν η Zoë Bertgang3 μια γνώριμη από τα παλιά, η παιδική του φίλη και γειτόνισσα από τη Γερμανία με την οποίαν τον συνέδεε ένας απωθημένος έρωτας συσκοτισμένος εντός της απόλυτης προσήλωσής του στα αρχαία βιβλία και τις σπουδές του.
Η Zoë κατανοεί σύντομα ότι εκείνος βρίσκεται σε σύγχυση και αβίαστα μοιάζει να επενεγεί έναντί του εν ειδει διασθητικής θεραπεύτριας. Αντί να τον κλονίσει προσπαθώντας να τον λογικέψει βίαια, επιλέγει, με απόλυτη ενσυναίσθηση, ευφυΐα και υπομονή, να «παίξει» τον ρόλο της Gradiva απαντώντας στο όνομα αυτό και συνομιλώντας μαζί του σα να ήταν το αντικείμενο του παραληρήματός του. Αποδεχόμενη και μοιραζόμενη τη φαντασίωσή του σε μια συνθήκη “folie à deux ”4 πέτυχε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του και να εισχωρήσει στον εσωτερικό του κόσμο χωρίς να προκαλέσει την άμυνα του Εγώ του.
Καθώς οι συναντήσεις τους στα ερείπια συνεχίζονται, η Zoe αρχίζει να εισάγει μικρά, «γήινα» στοιχεία της πραγματικότητας τα οποία αρχίζουν να κλονίζουν το παραλήρημα: του προσφέρει να μοιραστούν το κολατσιό της (ένα sandwich) αποδεικνύοντας έμμεσα ότι έχει ανάγκες ζωντανού ανθρώπου και δεν είναι ένα ασώματο φάντασμα. Σε μια καθοριστική στιγμή, όταν ο Norbert αγγίζει, ή χτυπά ελαφρά το χέρι της για να βεβαιωθεί αν είναι αληθινή, η ζεστασιά και η φυσική της αντίδραση τον συγκλονίζουν, σπάζοντας την ψευδαίσθηση της «μαρμάρινης» γυναίκας. Eκείνη του κάνει ερωτήσεις για το παρελθόν τους, χρησιμοποιώντας μεταφορές που συνδέουν την αρχαία Πομπηία με τα παιδικά τους χρόνια στη Γερμανία.
Ο Freud υπογράμμισε ότι η Zoë επενέργησε ασυνείδητα με τη μέθοδο της ψυχαναλυτικής μεταβίβασης. Ο Νorbert είχε απωθήσει τα σεξουαλικά του συναισθήματα και την παιδική του αγάπη για το κορίτσι, συμπυκνώνοντας στη «επιστημονική» του εμμονή με αρχαίο ανάγλυφο. Διαμέσου της σύνδεσης με τη Zoë το συσκοτισμένο ερωτικό του πάθος επέστρεψε και μεταβιβάστηκε από το νεκρό μάρμαρο (το άγαλμα) πίσω στον ζωντανό άνθρωπο. Είδε τότε ότι η «Gradva» δεν είναι μια γυναίκα που πέθανε το 79 μ.Χ., αλλά η κοπέλα με σάρκα και οστά που ζει στον απέναντι δρόμο της πόλης του.
Εν κατακλείδι, ο ήρωας της νουβέλας του Jensen εγκατέστησε και οργάνωσε ένα παραλήρημα από το οποίο τον απάλλαξε το κορίτσι που συνάντησε μέσα από την αναζωπύρωση του παιδικού του έρωτα. H Zoë ως επιδέξια «ψυχοθεραπεύτρια», τον αποδέσμευσε σιγά-σιγά και μαλακά από την αυταπάτη: υποτάχθηκε αρχικά σε αυτήν, και εισχώρησε ως ένα βαθμό μέσα στην πλάνη του. Δέχτηκε να παίξει το ρόλο της Gradiva, να μη διαλύσει εξαρχής την ψευδαίσθηση, να μην ξυπνήσει απότομα τον ονειροπόλο. Του αποκάλυψε την αλήθεια μόνο προοδευτικά, φέρνοντας με τρόπο ανεπαίσθητο μαζί και κοντά, το μύθο με την πραγματικότητα. Έτσι η ερωτική εμπειρία στο διήγημα αποκτά εν μέρει το χαρακτήρα της ψυχανάλυσης συμπυκνώνοντας την κορυφαία έννοια της μεταβίβασης επί της οποίας ερείδεται η έκβαση της αναλυτικής εργασίας: ο ασθενής παλινδρομώντας νοιώθει αγάπη και τρυφερά αισθήματα για τον αναλυτή του, ενώ ταυτόχρονα αγαπιέται ψυχοθεραπευτικά από τον τελευταίο (πατρική λειτουργία, μητρική εμπερίεξη, κράτημα, φροντίδα). Σχετικά με αυτό, ο Freud υποστήριζε ότι δεν πρέπει να υποτιμούμε τη θεραπευτική ισχύ του έρωτα στην περίπτωση κατά την οποία ο ασθενής παραληρεί.
Τούτων δοθέντων, το όνομα Gradiva θα μπορούσε να ορίζει την εικόνα του αγαπημένου πλάσματος στην περίπτωση που αυτό δέχεται να εισδύσει κάπως στο παραλήρημα του ερωτευμένου υποκειμένου με σκοπό να το βοηθήσει να βγει από αυτό: the cure through love.
Μέσα απ’ αυτήν την περιπέτεια ο Norbert μπόρεσε να δει την κοπέλα που συνάντησε στην Πομπηία ως αυτό που ήταν πραγματικά: τη γειτόνισσα και φιλεναδίτσα της παιδικής του ηλικίας, τη Ζoë Βertgang η οποία συμπτωματικά, βρισκόταν σε ταξίδι στην Πομπηία. Ήταν ερωτευμένος μαζί της από παλιά χωρίς να το ξέρει και μετάθεσε αυτόν τον έρωτα στη γυναίκα του αγαλματιδίου, τη Gradiva. Είναι μια ιστορία με ‘’happyend’’ στο μέτρο κατά το οποίο το παραλήρημα υποχωρεί δίνοντας χώρο στην πραγματικότητα: o Norbert έγινε καλά, η Ζoë λειτούργησε ως σωτήρας. Χωρίς αυτήν o άνδρας θα βυθιζόταν στην πλήρη τρέλα. Μέσα από την παρουσία της, ο αρχαιολόγος «ανασκάπτει» τελικά την ίδια του την ψυχή: θεραπεύεται από την ψύχωση, αποδέχεται τη σεξουαλικότητά του και επιστρέφει από τον κόσμο των σκιών και των αρχαίων τάφων, στον κόσμο των ζωντανών και του έρωτα.
Στο φροϋδικό κείμενο η ανάλυση της νουβέλας έδειξε ότι τα όνειρα του Νorbert τα οποία επινόησε ο συγγραφέας (στο διήγημα υπάρχουν δύο) μπορούν ν’ αναλύονται με τον ίδιο τρόπο που προτείνει στην «Ερμηνευτική των ονείρων» του. Το παραλήρημα του ανδρός σχετίζεται με την απώθηση της σεξουαλικότητάς του η οποία συμπαρέσυρε μαζί της τη λήθη της ύπαρξης της Ζoë. Οι μηχανισμοί σχηματισμού του παραληρήματος είναι η συμπύκνωση και η μετάθεση όπως και στο όνειρο.
Ο Freud δημοσίευσε το κείμενο σχετικά με την ανάλυση της νουβέλας Gradiva τον Μάιο του 1907. Το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους βρέθηκε στη Ρώμη όπου- στο μουσείο του Vaticanο- επισκέφθηκε το αγαλματίδιο το οποίο είχε εμπνεύσει τον Jensen. Το ανάγλυφο της ‘’Gradiva’’ βρισκόταν στην πτέρυγα vii/z του μουσείου Chiaramontiκαι έφερε τον αριθμό καταλόγου 1284. Στην πραγματικότητα το θραύσμα που έκανε διάσημο ο Jensen αποτελεί κομμάτι ενός συνόλου το οποίο αυτή τη στιγμή είναι διαμοιρασμένο ανάμεσα στο μουσείο του Vaticanο, στη Galleria Degli Uffici της Φλωρεντίας, και στη γλυπτοθήκη του Μονάχου. Το έργο στο σύνολο του αποτελείτο από δυο συμμετρικά ανάγλυφα τα οποία παρίσταναν το καθένα τρεις γυναίκες που χορεύουν. Μια απ’αυτές είναι η “Gradiva” ένα μάρμαρο ύψους 0,725μ και πλάτους 0,84μ. Προέκυψε το συμπέρασμα ότι το πρώτο ανάγλυφο αναπαριστά τις «Αγλαυρίδες» και το δεύτερο τις «Ώρες». Ο γλύπτης, κατά πάσα πιθανότητα, εξασκούσε το ταλέντο του την εποχή του Αδριανού. Έγινε η υπόθεση ότι τα δύο ανάγλυφα παρέθεταν κατά τη ρωμαϊκή εποχή μοτίβα που ανήκαν στο διάκοσμο της βάσης η οποία στήριζε τα αγάλματα του ηφαιστείου ναού στην άκρη της αγοράς της Αθήνας. Ο διάκοσμος αυτός εκτελέστηκε γύρω στο 429 π.χ. Κατά το ταξίδι του στη Ρώμη o Freud, σαν ένας άλλος Ηanold, αγόρασε μια εκτύπωση (αντίγραφο) την οποία ανάρτησε στον τοίχο του ιατρείου του. Το μετέφερε αργότερα στο Λονδίνο, το 1938, όπου εξορίστηκε.
Το ιδιότυπο διπλό βιβλίο “Delusions and Dreams in Jensen’s Gradiva”, του λογοτέχνη και του ψυχαναλυτή, επηρέασε πολύ την εποχή του και η Gradiva έγινε σύμβολο στους ψυχαναλυτικούς και τους καλλιτεχνικούς κύκλους, ειδικότερα στους υπερρεαλιστές. Για τους τελευταίους έγινε η «προστάτιδα αγία» και το απόλυτο σύμβολο της φιλοσοφίας τους, η γυναίκα-διάμεσος (femme-enfant), η γυναίκα που έχει την ιδιότητα να περπατά ταυτόχρονα στον κόσμο των ονείρων (φαντασίωση) και στον κόσμο της πραγματικότητας. Ήταν εκείνη που μπορούσε να οδηγήσει τον άνδρα έξω από το σκοτάδι των απωθημένων του ενστίκτων και να τον λυτρώσει. Η εμμονή του αρχαιολόγου Νorbert για ένα μαρμάρινο ανάγλυφο ενσάρκωνε τέλεια την υπερρεαλιστική ιδέα ότι η επιθυμία και ο έρωτας μπορούν να ανατρέψουν τη λογική και να μεταμορφώσουν την πραγματικότητα.
To 1937 o ιδρυτής του υπερρεαλιστικού ρεύματος André Breton εγκαινίασε μια εμβληματική σουρεαλιστική gallerie στην οδό Rue de Seine ονομάζοντάς την Gradiva. Η είσοδος, σχεδιασμένη από το Marcel Duchamp ήταν μια γυάλινη πόρτα που είχε το σχήμα των σιλουετών ενός άνδρα και μιας γυναίκας που περπατούν μαζί, παραπέμποντας στο βάδισμα της «θούριας».
ΟSalvador Dalí είχε ψύχωση με τη νουβέλα του Jensen. Όταν γνώρισε τη Gala , τη γυναίκα που τον απάλλαξε από τις δικές του επίμονες ψυχώσεις, την ταύτισε απόλυτα με τη Ζoë αποκαλώντας την «Gala-Gradiva». Τη ζωγράφισε σε πολλά έργα, με πιο διάσημο το «Η Gradiva ανακαλύπτει ξανά τα ανθρωπομορφικά ερείπια» (1931).
To 1939 o ζωγράφος André Masson δημιούργησε έναν μνημειώδη πίνακα όπου η Gradiva παρουσιάζεται ξαπλωμένη, μισή από σάρκα και μισή από μάρμαρο ανάμεσα σε ερείπια. Ο πίνακας συνδέει τον μύθο της Πομπηίας με τον ωμό ερωτισμό, τη μεταμόρφωση και την ψυχική αναστάτωση.
Στα καθ’ημάς η αναπαράσταση της Gradiva διανθίζει μορφολογικά και πλαισιώνει εννοιολογικά τον ιστότοπο του Προγράμματός μας (www.epekeina.gr), και τις αντίστοιχες επαγγελματικές σελίδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (fb), μεταδίδοντας το μήνυμα “Τhe cure through love”.
Πηγή: Σάββας Μπακιρτζόγλου Σημειώσεις Προγράμματος-Επέκεινα Ψυχαναλυτική Πράξη
Σημειώσεις:
1 Gradiva: Προέρχεται από το λατινικό ρήμα gradior, το οποίο σημαίνει «περπατώ», «βαδίζω», «κάνω ένα βήμα». Από την ίδια ακριβώς ρίζα βγαίνει και η λατινική λέξη gradus (βήμα, από όπου προέρχεται και η δική μας λέξη «βαθμός»). Gradivus (αρσενικό): Αυτός που βαδίζει / προελαύνει.Gradiva (θηλυκό): Αυτή που βαδίζει με σταθερό, αγέρωχο και ανάλαφρο βήμα.
2 Το πρωτότυπο έργο δεν είναι ολόκληρο άγαλμα, αλλά ένα μαρμάρινο ανάγλυφο (bas-relief). Το αρχαίο ρωμαϊκό ανάγλυφο της Ελληνιστικής εποχής (το οποίο αποτελεί αντίγραφο ελληνικού έργου του 4ου αιώνα π.Χ.).
3 Η λέξη Bertgang είναι η γερμανική ετυμολογική αντιστοιχία του λατινικού ονόματος Gradiva. Σημαίνει «αυτή που λάμπει καθώς βαδίζει» ή «αυτή που έχει μεγαλοπρεπές/υπέροχο βάδισμα» (από το berht/bert που σημαίνει λαμπερός/ένδοξος και το gang που σημαίνει βάδισμα/πέρασμα)
4 Folie à deux: όταν δύο άνθρωποι μοιράζονται το ίδιο παραλήρημα.

