Ο Μεταμοντέρνος άνθρωπος: Το Σώμα σε Κρίση

Σάββας Μπακιρτζόγλου | Ψυχολόγος – Ψυχαναλυτής

Το άτομο παραμένει πάντα «ντυμένο» από και με το σώμα του. Η έννοια της κρίσης πανταχού παρούσα στις μέρες μας (όλα περνάνε κρίση…) δε μπορεί παρά να αφορά και στο σώμα. «Φοράμε» το πανταχού παρόν το σώμα μας που συχνά υποφέρει.

Κατά τον Levy (2014), o μεταμοντερνισμός δεν συνίσταται απλά στο τέλος των μεγάλων επών, αλλά και στο τέλος του σώματος. Το σώμα ορίζεται από το λεξικό ως ένα σύνολο από υλικά/σαρκικά κομμάτια τα οποία, από την στιγμή που ενοποιούνται, συγκροτούν τον οργανισμό. Το ως εάν «σώμα» του μεταμοντέρνου ατόμου δεν είναι ένα ενοποιημένο σύνολο κομματιών αλλά ένα κακοδομημένο σύνολο οργάνων, ενορμήσεων και μελών εξαρθρωμένων, άλλως ειπείν πρόκειται μάλλον για μια αποδιοργάνωση παρά για έναν οργανισμό. Έτσι θα μπορούσαμε να ονομάσουμε συμφόρηση-σύγκριμα αυτό το συνοθήλευμα που αντικαθιστά το σώμα του ανθρώπου στην εποχή του μεταμοντερνισμού. Το σύγκριμα ορίζεται ως ένα αμάγαλμα στοιχείων η ένωση των οποίων καταλήγει σε μια κακοφορμισμένη μορφή.

Φαίνεται ότι οι σύγχρονες τεχνολογίες παίζουν ένα προεξάρχοντα ρόλο σ’αυτήν την εγκατάλειψη του σώματος: πρόκειται για μια για διάλυση του βιολογικού σώματος, κομματιασμένου από την χειρουργική επιστήμη, θωρακισμένου από εμφυτεύματα και προθέσεις, άλλως ειπείν κατακερματισμένου. Aυτό αναπόφευκτα οδηγεί στην αποδυνάμωση του σώματος, στην απώλειας της αίσθησης μιας φαντασιακής ενότητας του σώματος (ασυνείδητη εικόνα του σώματος ενοποιημένη).

Υποστηρίχτηκε ότι ο μεταμοντέρνος άνθρωπος εμφορείται από την παρακμή της λειτουργίας του πατέρα (εσωτερίκευση του νόμου) και την κένωση της συμβολικής λειτουργίας: προκύπτει ένα είδος ρευστότητας, το μεταμοντέρνο άτομο, το οποίο υποφέρει από μια γενικευμένη ψύχωση ή διαστροφή. Κοινωνίες επιτρεπτικότητας, δικτύωσης, φρενήρους κυκλοφορίας και πληροφορίας. Οι τρόποι ευχαρίστησης  του «μεταμοντέρνου» υποκειμένου συμ-φράζονται  με  την προστακτική «απόλαυσε», εντός μιας προσοδοφόρου ανεκτικότητας όπου συστεγάζονται αρμονικά οι πάσης φύσεως παραβατικές και μη ευχαριστήσεις(εμπορευματοποίηση των ηδονών, μίζερων  ανεσταλμένων ή αχαλίνωτων κ.λπ).Το «μεταμοντέρνο» άτομο είναι πρωτίστως υπερβατικό, τείνει να  αγνοεί όρια και αρχές, κινείται χωρίς καταναλωτικούς ενδοιασμούς.  Ενοχοποιήσιμες πλέον είναι οι αναστολές… Συνεπικουρούσα, η διαφήμιση δεν ορρωδεί πλέον μπροστά σε κανένα φραγμό: κανένας πειθαρχικός μηχανισμός δεν φυλάσσει τη διαδικτυακή πύλη, κανένα βικτωριανό πέπλο δεν συγκαλύπτει τις εκτιθέμενες ωμότητες,  κανείς δεν διανοείται να χαρακτηρίσει παραβατική υπέρβαση ένα κλικ πρόσβασης στους πορνογραφικούς ιστότοπους, αυτό θα ηχούσε σχεδόν ανόητο.

Προεξάρχουν εδώ οι παθολογίες του περάσματος στην πράξη ή οι σωματικές παθολογίες, το αδιαφοροποίητο των φύλων κ.λ.π. Άλλως ειπείν, εκεί όπου δεν υπάρχει η γλώσσα (ο λόγος), υπάρχει η διαπράξη και η αρρώστια του σώματος. Ο ψυχαναλυτής καλείται να συμβάλλει στην επανάκαμψη του λόγου του ασθενούς.

Ο μεταμοντέρνος ανθρώπος ο οποίος εμφορείται από την έκσταση του «κι άλλο ακόμα», από το «ωκεάνειο συναίσθημα» της τοξικομανίας, από την ανάγκη για ακραία ηδονή, από τη συμμετοχή σε επικίνδυνες καταστάσεις που τον φτάνουν στα όριά του. Πρόκειται για μια συμπεριφορά υψηλού ρίσκου, εμφορούμενη από μια ανάγκη του υποκειμένου να παίξει με τον θάνατο ή να ξαναζωντανέψει την ύπαρξή του, συνθήκη συνδεδεμένη με τραυματικές καταστάσεις της παιδικής ηλικίας (επανάληψη του τραυματικού). Γίνεται λόγος για τραυματοφιλική πείνα η οποία αφορά σε μια έντονη επιθυμία επικύρωσης της ύπαρξης του υποκειμένου διαμέσου του κινδύνου στον οποίον εκτίθεται και από τον οποίον έλκεται (π.χ. ακραίες αθλητικές δραστηριότητες) που παραπέμπει στον Διόνυσο και στην καλλιέργεια των οργίων του. Εδώ αυτό που μετράει είναι το να ζεις με τα χίλια να παίζεις καθημερινά τη ζωή σου στη ρωσσική ρουλέτα, να αναζητάς την ένταση της ζωής, την ξέφρενη ηδονή, αντί για μια ζωή με οικονομία, ασκητική και απολλώνια.

Το σώμα του ανθρώπου του 21ου αιώνα είναι σε κρίση όπως σε κρίση είναι η αστική τάξη, η διαδικασία συμβολοποίησης, η πίστη, η οικονομία, το ζεύγος, η νεότητα κ.λ.π. Το σώμα του ανθρώπου είναι σε κρίση επειδή η εικόνα του σώματος είναι ασταθής, όπως επί παραδείγματι στις περιπτώσεις της νευρικής ανορεξίας (αντιληπτικές διαταραχές του σωματότυπου), στην ψύχωση (αίσθηση παραμόρφωσης/κατακερματισμού του σώματος), στην αποπρωσοποίηση. Μια ασθενής μου όταν κοιταζόταν στον καθρέφτη γυμνή συχνά έβλεπε ότι είχε ένα πέος. Γίνεται λόγος για αυταπάτη κατοχής ενός σώματος ανάλογη της αυταπάτης ύπαρξης του Εγώ.

Με αυτήν την έννοια το σώμα, ακριβώς όπως και το Εγώ, μπορεί να βρεθεί σε κρίση στο μέτρο κατά το οποίο είναι μια αυταπάτη και εικόνα πάντα ατελής, την αστάθεια της οποίας το υποκείμενο την ζει εναγώνια. Γίνεται έτσι κατανοητή η εγρήγορση και το νιάξιμο για την εμφάνιση, η ανησυχία για την μάσκα και την καλή φόρμα, εξ’ού και η βιομηχανική ανάπτυξη συστημάτων για την top εμφάνιση (fitness κ.λ.π) μέσω των οποίων το άτομο επιχειρεί να ξαναφτιάξει το Εγώ του (ανάπτυξη του μυϊκού συστήματος για τους άντρες, αισθητική χειρουργική για τις γυναίκες). Οι άνδρες ωστόσο σπανιότερα από τις γυναίκες εκφράζουν την δυσαρέσκεια για το σώμα τους.

Ανέκαθεν οι άνθρωποι επινόησαν μηχανισμούς οι οποίοι αποσκοπούσαν στην σταθεροποίηση της εικόνας του Εγώ όπως μέσω των tatouages, της χάραξης του δέρματος κ.λ.π. Το ζητούμενο των αυτοακρωτηριαζόμενων ψυχωσικών είναι μάλλον να βιώσουν τα σωματικά τους όρια παρά να τα απολαύσουν μέσω του πόνου. Ενώ, κατά την επιστημονική έρευνα διεθνώς, οι περιπτώσεις νευρικής ανορεξίας (anorexia nervosa) απαντώνται συντριπτικά συχνότερα στις γυναίκες, στους άντρες η συγκρουσιακή προβληματική με το σώμα τους εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους. Από την παρατήρηση επί των αντρών που κάνουν bodybuilding προέκυψε η έννοια bigorexia (δυσμορφία του μυ) η οποία προσιδιάζει της συμπτωματολογίας της ανορεξίας. Σε αυτήν την παθολογία η ευθραυστότητα της ταυτότητας του άντρα καλύπτεται-κρύβεται κάτω από την μάσκα ενός σώματος το οποίο τώρα μπορεί να παραπέμπει σε μια ανεκτή εικόνα εαυτού που επανορθώνει το κενό της ψυχικής ζωής, το έλλειμμα της συμβολικής λειτουργίας.

Το τέλειο σώμα παραπέμπει στην αυταπάτη του ναρκισσισμού (φαντασίωση), έχει να κάνει με το ιδεώδες, με μια ιδεώδη εικόνα του Εγώ. Πολλοί τοξικομανείς επιχειρούν μέσω της ουσίας να περάσουν από μια κατάσταση μελαγχολίας σε μια μανιακή συνθήκη κατά την οποίαν το υποκείμενο γυρεύει να εμφανίσει- αναδύσει μια τέλεια εικόνα του σώματός του, άλλως ειπείν ενός σώματος που δεν έχει τρύπες (κενά) και δεν είναι σε κρίση. Όλες οι εποχές έχουν τους τοξικομανείς τους: το οινόπνευμα ήταν για πολύ το προϊόν προτίμησης στη Δύση, σήμερα αντικαθίσταται προοδευτικά από τα συνθετικά ναρκωτικά για τους άντρες και τα ψυχοτρόπα φάρμακα για τις θλιμμένες γυναίκες.

Το δικό μας σώμα μας ανήκει ή μήπως είναι ξένο; Είμαστε το σώμα μας; Τι μπορούμε να κάνουμε για να το κατοικήσουμε; Θέλουμε να το κατοικήσουμε; Το σώμα μας εκτεθειμένο στα βλέμματα μπορεί να αποδιδράσκει, να επιδεικνύεται, να αναστέλλεται, να λειτουργεί στα όρια των δυνατοτήτων του, να υπερθερμαίνεται, ή να «βραχυκυκλώνει» και να παλινωδεί σε καταστάσεις ψυχρότητας και παραλυσίας. Γύρω απ’αυτό περιστρέφονται κατά φαντασίαν αρρώστιες, φόβοι-φαντάσματα, επιστημονικά μυστήρια, παθολογίες ανεξιχνίαστες που δε βρίσκουν γιατρειά.

Υποστηρίχθηκε ότι γίνεται ολοένα δυσκολότερο να έχουμε ένα σώμα που να το κατοικούμε με ασφάλεια και ησυχία. Τω όντι, αυτό είναι κυριολεκτικά πεταμένο στον καπιταλιστικό εξωστρακισμό, θρυμματισμένο από την ιατρική φαντασία και τις βιολογικές δοκιμασίες και αξιολογήσεις (tests). Η ιατρική μας ξεγυμνώνει το σαρκίο, το διαπερνά (ακτινοβολίες, αξονικές, μαγνητικές), το ανατάμει, το ανοίγει, η διαφήμιση το ντύνει σπιθαμή προς σπιθαμή η διασκέδαση main stream επιβάλλεται: o μεταμοντέρνος άνθρωπος δεν είναι παρά ένα όργανο για θεραπεία, η διατήρηση μιας εμφάνισης, είναι το μάτι, το αυτί ή το στόμα για να ευχαριστιέται (υπερκαταναλωτισμός). Πέραν του επιτηδευμένου σαρκικού περιτυλίγματος το σώμα μας σε πολλές περιπτώσεις είναι κακομεταχειρισμένο, συχνά επονείδιστο και αποτροπιασμένο διαμέσου των θρησκευτικών αντιλήψεων.

Η διαφήμιση δείχνει να προάγει μια επανεκπαίδευση-επανα-καλλιέργεια της φροντίδας για το σώμα. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για μια υπεξαίρεση του σώματος του ατόμου-μολονότι δίνει την εντύπωση ότι αποσκοπεί ακριβώς στο αντίθετο-μέσω προαγωγής προτάσεων και εργαλείων που προωθούν, με σκοπό, τάχα, την επαναπρόσκηση του σώματός μας. Όμως, αντίθετα, φαίνεται ότι τα αντικείμενα που πουλάει η διαφήμιση δεν προσδίδουν καμία γνώση για το σώμα μας και δεν προσφέρουν καμιά απάντηση και σοφία στα φλέγοντα ερωτήματα που το αφορούν: την σεξουαλικότητα, τη ζωή, τον θάνατο. Το αντίθετο, το διαφημιζόμενο προϊόν, ως άφυλο και άψυχο περισσότερο μας κάνει να χάνουμε τον μπούσουλα παρά μας προσανατολίζει και φωτίζει, όπως δήθεν υπόσχεται. Είναι η περίπτωση π.χ. κάποιων διπλών νοημάτων που υπάρχουν σε διαφημιστικά spots στον τομέα της υγιεινής, συνήθως διατροφικού ενδιαφέροντος (προγράμματα διατροφικής αγωγής προς τους πολίτες): «για την υγεία σας να τρώτε τουλάχιστον πέντε φρούτα και λαχανικά καθημερινά», «για την υγεία σας να ασκείτε το σώμα σας τακτικά, επί καθημερινής βάσεως», «για την υγεία σας αποφεύγετε να τρώτε πολύ λιπαρά, πολύ γλυκά, πολύ αρμυρά» κ.α. Πρόκειται συχνά για παράδοξα διαφημιστικά slogans τα οποία μπορεί να μεταδίδουν αντιφατικά μηνύματα για το σώμα στο μέτρο κατά το οποίο από τη μια μπορεί να προωθούν φερ’ειπείν λαχταριστά γλυκίσματα και snacks και από την άλλη, την ίδια στιγμή, να αναγράφουν ένα μήνυμα πρόληψης στην άκρη της οθόνης, που υποδεικνύει ότι δεν είναι καλό για την υγεία μας να τρώμε γλυκά φαγητά ή να μασουλάμε μεταξύ των γευμάτων. Το αποτέλεσμα είναι σύγχυση και αμηχανία για τους πολίτες -καταναλωτές. Φαίνεται ότι αυτό που ενδιαφέρει επί των καιρών μας που όλα είναι διαπερατά (ο μεγάλος αδερφός μας παρακολουθεί), δεν είναι το «ποιος είστε»; αλλά το «τι κάνετε». Είναι σα να μας λένε: «μπορείτε να τρώτε, να κινείστε, να κοιμάστε, όμως «όπως πρέπει», «αυτό που πρέπει…».

Η σύγχρονη προτροπή είναι «ευχαριστηθείτε, αλλά με τρόπο καθώς πρέπει». Έτσι το καινούργιο άτομο (ο μεταμοντέρνος άνθρωπος) είναι απομειωμένο ως προς το εύρος της συμπεριφοράς του (διατροφή, ένδυση, σεξουαλικότητα), και καθίσταται αντικείμενο συνεχούς αξιολόγησης: «τι τρώτε;» (ποιοτικό κριτήριο) και «σε τι ποσότητα;» (ποσοτικό κριτήριο). Ιδού με ποιόν τρόπο ο σύγχρονος άνθρωπος δέχεται κανονιστικές οδηγίες ως προς το τι είναι καλό για το σώμα του. Διαμέσου αυτών των διαφημιστικών εκστρατειών οι οποίες περιστρέφονται γύρω από την υγεία θεωρείται ότι είναι δυνατόν να τροποποιηθούν οι συνήθειες ενός εκάστου προάγοντας τάχα τη σωστή δόση. Ξαναβρίσκουμε, ενδεχομένως, σε αυτό το διάβημα της δημόσιας υγείας αυτό το οποίο ο Αριστοτέλης υποστήριζε στον Νικόμαχο, στην Ηθική του: το μέτρο ενάντια στην υπερβολή (το περίφημο «μηδέν άγαν»).

Την ίδια στιγμή όμως, αλλοίμονο, μια άλλη παράμετρος παραγνωρίζεται και ξεπετιέται, η καταστολή της ενορμητικής ικανοποίησης. Προάγεται έτσι η άλλη όψη του μεταμοντέρνου ανθρώπου, στον αντίποδα του υπέρμετρου, των διαστροφών και των εξαρτήσεων. Πρόκειται για τον χρηστικό άνθρωπο η ζωή του οποίου (χρηστική συμπεριφορά) είναι αποκομμένη-αποκλεισμένη από τις ενορμητικές του πηγές, η ψυχική του ζωή στερείται φαντασίας, σαν τον αγρό που δεν αρδεύεται. Εδώ ή έννοια του σώματος, του οργάνου, απομειώνεται και περιορίζεται μόνο στη λειτουργία του, στη συμπεριφορά, το υποκείμενο δεν αντλεί ευχαρίστηση, ούτε καν εκφορτιστική ανακούφιση απ’αυτό.

Ο Westphal (2014) αναφέρει ότι είναι πρωτίστως από την εποχή την κοινωνικής φιλοσοφίας του Foucault και εντεύθεν, όπου το σώμα έγινε ένα αντικείμενο εργασίας ή πάγκος εργασίας υπό την πίεση ηθικών και οικονομικών δυναμικών οι οποίες πυροδοτήθηκαν από την βιομηχανική επανάσταση.

Εδώ και μερικές δεκαετίες παρατηρείται το φαινόμενο μιας επιστροφής της ιατρικοποίησης των νευρωτικών διαταραχών διαμέσου της φαρμακευτικής ιδεολογίας η οποία επιχειρεί να προσαρμόσει το σώμα στις απαιτήσεις της κοινωνίας: ο ανθρώπινος οργανισμός καλείται να είναι πάντα καλά να αναρρώνει το ταχύτερο δυνατόν, οι απαιτήσεις των πολυεθνικών για παραγωγή επείγουν, αμφισβητείται το δικαίωμα του εργαζόμενου στην ασθένεια, δεν του αναγνωρίζεται η φυσική τρωτότητα της ψυχής και του σώματός του. Το υποκείμενο προσδοκεί από τα ψυχοτρόπα φάρμακα επιδόσεις και αποτελέσματα, πρωτίστως την αναισθησία της οδύνης του, αυτήν ακριβώς που πετυχαίνει σε ορισμένες περιπτώσεις ο υστερικός μέσω των υστερικών του συμπτωμάτων (ονόμασαν την υστερία «ωραία αδιαφορία»- “belle indifference”).

O Γάλλος φιλόσοφος Μichel Onfray (2009) δηλώνει συγκεκριμένα « η ομολογία μιας αξιοθρήνητης σεξουαλικής ζωής δε γίνεται παρά μόνο στις πιο ακραίες περιπτώσεις, όταν ο πόνος μας αναγκάζει να ξαπλώσουμε στο ντιβάνι ενός ψυχαναλυτή, να σπρώξουμε την πόρτα του γραφείου ενός σεξολόγου, να καταναλώσουμε πλήθος αντικαταθλιπτικών ή υπνωτικών…» (σ.20). Ο φιλόσοφος κάνει δριμεία κριτική στον χριστιανισμό ο οποίος επιμόλυνε τη σεξουαλική μας ζωή και τη φυσική ισορροπία του ατόμου, προτείνει ως αντίδοτο τον ηλιακό ερωτισμό του κάμα-σούτρα και τελικά οδεύει προς την κατασκευή μιας νέας θεωρίας περί αισθησιακού Διαφωτισμού. Το φώς ενσταλάζεται πρώτα στο σώμα και ύστερα στο πνεύμα, το οποίο χαλαρωμένο πλέον και συμφιλιωμένο με τα άλλα σώματα γύρω του και με τη φύση μπορεί να συνυπάρξει μαζί τους εν ειρήνη. Συνεχίζει, κάνοντας λόγο για τον μηδενισμό της σάρκας του σύγχρονου ανθρώπου που σχετίζεται με την απόλυτη πειθαρχία, την περιφρόνηση του σώματος στο καθημερινό πρόγραμμα, την εξάσκηση στην υπακοή και την υποταγή, την αδιαφορία για παιγνιώδεις μορφές μάθησης. Η πιο τολμηρή εκδοχή του ιουδαιοχριστιανικού έρωτα, το «Άσμα Ασμάτων» αποτελεί ύμνο στην απόλαυση της εγκράτειας και οδηγεί κατευθείαν στο μηδενισμό της σάρκας. Είμαστε ψυχροί, ασθενικοί και αγχώδεις, διότι έχουμε οικοδομήσει μια εντελώς αφύσικη σχέση με το σώμα μας και με το σώμα των άλλων: «ο χριστιανισμός αρνήθηκε το σώμα, τα σώματα, απαίτησε την αγαμία, την εγκράτεια, την αγνότητα. Θεωρητικοποίησε το μίσος κατά των γυναικών… δόξασε το άρρωστο, ακρωτηριασμένο, βασανισμένο, εξευτελισμένο σώμα. Απόλαυσε το μαρτύριο. Μετέτρεψε τη σεξουαλικότητα σε κατάρα. Καταδίωξε μέχρι θανάτου κάθε εραστή της ζωής, κάθε αγάπη για το σώμα, κάθε ενθουσιασμό για τη ζωή…. διακήρυξε τη μη καθαρότητα των γυναικείων οργάνων, αυτών των απαράμιλλων ανθών της σάρκας… εφηύρε έναν νυχτερινό έρωτα που μέσα στο σκοτάδι του τα σώματά μας συνεχίζουν να κείτονται σαν μέσα σε σάβανο… Παραμένουμε ερωτευμένοι με το απονεκρωμένο σώμα του μυθικού Ιησού, ένα σώμα που δεν τρώει, δεν πίνει, δεν απολαμβάνει τον έρωτα…». Ο συγγραφέας προάγει τον ινδικό ηλιακό έρωτα (κάμα-κάλα). Στα γλυπτά των ινδικών ναών απεικονίζονται φιλιά, πεολειχίες, ομαδικές συνουσίες, ακροβατικά συμπλέγματα, αυνανισμοί. Εδώ το γυναικείο στήθος είναι χυτό, διογκωμένο, προκλητικό, στρογγυλό σαν τον κόσμο, προκαλεί το χέρι του άντρα να το χαϊδέψει, όχι το στόμα του βρέφους να το θηλάσει.


Διαβάστε το σύνολο του άρθρου ΕΔΩ.

Πηγές:

Μπακιρτζόγλου Σ.: «Το Σώμα Σε Κρίση»
Μπακιρτζόγλου Σ.: «O μεταμοντέρνος άνθρωπος και ο κορωνοιός»
Μπακιρτζόγλου Σ. «Σωματόμορφα ενοχλήματα και ψυχοσωματικές νόσοι: το κορμί είναι ομιλόν, το βουβό σώμα αρρωσταίνει»

ΣΧΕΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ