Σχόλιο επί της κινηματογραφικής ταινίας «Μετά τη Λουτσία»

Η δική μας Μεγάλη Οθόνη! Σάββας Μπακιρτζόγλου | Ψυχολόγος – Ψυχαναλυτής

Η ταυτότητα της ταινίας

Δραματική μεξικάνικη ταινία (Después de Lucía/ After Lucia) του 2012 σε σενάριο και σκηνοθεσία του μεξικανού Michel Franco

Διάρκεια : 103 λεπτά.

Διακρίσεις:

  • Festival Καννών (2012): Bραβείο «Ένα Κάποιο Βλέμμα» (Un Certain Regard).
  • Διεθνές Festival Κινηματογράφου Cgigago (2012): Bραβείο Silver Hugo (Ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής).
  • Βραβεία Ariel (2013): O σκηνοθέτης βραβεύτηκε για την πρωτοτυπία του θέματος.
  • Festival Horizons Award – Special Mention, San Sebastián: Ο σκηνοθέτης έλαβε ειδική μνεία.
  • Επίσημη Υποβολή: Επιλέχθηκε ως η μεξικανική συμμετοχή για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας

Πρωταγωνιστούν:

Τessa Ia στο ρόλο της Alejandra (Αλεχάνδρα)

Hernán Mendoza στο ρόλο του Roberto

Gonzalo Vega Jr. (Gonzalo Vega Sisto) στο ρόλο του José

Ο σκηνοθέτης Michel Franco

Γεννηθείς το 1979, είναι ένας από τους πιο καταξιωμένους Μεξικανούς σκηνοθέτες, σεναριογράφους και παραγωγούς. Θεωρείται βασικός εκπρόσωπος του σύγχρονου μεξικανικού κινηματογράφου, ενώ οι ταινίες του είναι γνωστές για τις τολμηρές, κοινωνικές και συχνά δυστοπικές προσεγγίσεις τους, έχοντας αποσπάσει πολλαπλά βραβεία σε μεγάλα διεθνή φεστιβάλ (όπως των Καννών και της Βενετίας).

Η πρωταγωνίστρια Τessa Ia

Είναι μεξικανή ηθοποιός και τραγουδίστρια. Γεννήθηκε το 1995 στην Πόλη του Μεξικού και προέρχεται από γνωστή καλλιτεχνική οικογένεια, καθώς είναι κόρη της ηθοποιού Nailea Norvind.

Έγινε ευρύτερα γνωστή με τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στην καθηλωτική ταινία After Lucia (Después de Lucía).

Ανάλυση

Ένας πατέρας (Roberto) και μια κόρη (Αlejandra) μετά τον τραγικό θάνατο σε τροχαίο, της μαμάς (Lucia). H σχεδόν περιπλανώμενη ζωή των δυο τους μετά το χαμό της Lucia, η διαχείριση της απώλειας, η συνεπαγόμενη εργασία του πένθους.

Ο πατέρας μοιάζει αδύναμος, σχεδόν στηρίζεται ή «κρεμιέται» ακόμα, πάνω στην έφηβη κόρη του. Είναι chef, ωστόσο μετα βίας μπορεί να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του επαγγελματικού έργου του, η κόρη του τον υποκαθιστά συχνά στις αξιώσεις του εστιατορίου όπου εργάζεται. Μήπως ωστόσο ο Roberto δεν είναι σε θέση, βουτηγμένος στο αδιέξοδη οδύνη του, να ανταποκριθεί επιπροσθέτως και στην πατρική του λειτουργία;

Αλλάζουν πόλη. Η ζωή τους στο καινούργιο διαμέρισμα θυμίζει τη συμβίωση ενός ζεύγους: η έφηβη κόρη δε μπορεί παρά να αποπειράται λανθανόντως να παίρνει τη θέση της μαμάς που χάνεται (*1) και να την υποκαθιστά (ασυνείδητη αιμομικτική ικανοποίηση), ειδικότερα όταν ο πατέρας είναι «διαθέσιμος» και «προσφέρεται» εντός της ψυχικής παραλυσίας του: δε μπορεί να στρέψει το ενδιαφέρον του σε άλλη γυναίκα (μολονότι η Ale, εμμέσως πλην σαφώς τον προτρέπει), όλος ο κόσμος του γίνεται η κόρη του, ιδού το ψυχολογικό τοπίο της βραχυκυκλωμένης εργασίας του πένθους. Ονομάζουμε το πένθος που δεν εξελίσσεται παθολογικό πένθος (καθήλωση της ψυχικής ενέργειας, της λιβιδούς): πρόκειται για μια ασύμφορη συνθήκη από πλευράς ψυχικής οικονομίας, η οποία κατατείνει στην εγκατάσταση της μελαγχολίας, ιδού η ψυχική συνθήκη του Roberto.

Kαι η Ale; Η κόρη του Roberto, μετά βεβαιότητος και παρά τους τυχόν αθέατους αιμομικτικούς πειρασμούς της, δε μπορεί να ανήκει στον πατέρα της- αλλά εν τέλει ούτε και το επιλέγει επειδή εκείνος γατζώνεται επάνω της- και εν πάσει περιπτώσει, το «είδος» της, αλλά και η διαφυγή της σε τελευταία ανάλυση, είναι η ομάδα των ομηλίκων οι συμμαθητές της στο καινούργιο σχολείο.

Η Ale είναι η “new entrance”. Ένα ελκυστικό κορίτσι, η «ξένη» αξιοπερίεργη, η οποία μοιραία γίνεται ο πόλος έλξης και εξερεύνησης, μάλλον λόγω-ή και εξαιτίας- της ήπιας μελαγχολικής της συνθήκης. Η Ale έχει σοβαρούς λόγους να χρειάζεται να ενταχτεί το συντομότερο δυνατόν στην ομάδα των ομοειδών της, η αφομοίωση μαζί τους μοιάζει να είναι η προστασία της από τη συνθήκη στο σπίτι με τον μπαμπά, από την ποικιλοτρόπως «φορτισμένη» κοντινότητα μαζί του η οποία μοιάζει να βαραίνει ολοένα περισσότερο πάνω της: μπαμπάς και κόρη μέσα στο άδειο διαμέρισμα συνδεδεμένοι όσο ποτέ, οι δυό τους ενώπιος ενωπίω, χωρίς τίποτα και κανέναν ανάμεσά τους: ξαφνικά η μαμά (Lucia) χάθηκε, και μαζί με αυτήν η- απαραίτητη κα λειτουργική- τριαδικοποίηση της οικογένειας.

Oι M.Klein, K.Abraham και Μ.Τοrok σημειώνουν ότι «σε κάποιο βαθμό μια αύξηση της λιβιδινικής κατάστασης παρατηρείται όχι μόνο στους μελαγχολικούς (παθολογικό πένθος) αλλά και σε πολλούς ανθρώπους οι οποίοι διέρχονται μέσα από μια περίοδο φυσιολογικού πένθους, λίγο μετά απ’ αυτήν, και ότι αυτή η λιβιδινική έξαρση εκδηλώνεται με μια αύξηση της σεξουαλικής ανάγκης (οδηγώντας μάλιστα συχνά, λίγο μετά τον θάνατο του αγαπώμενου, στην σύλληψη ενός παιδιού). Μάλιστα η Μ. Torok (1996), αναφέρεται στην ντροπή την οποία βιώνουν όσοι ομολογούν μια τέτοια λιβιδινική έξαρση (σεξουαλική όρεξη) με αφορμή την απώλεια του αντικειμένου… Οι Ν. Abraham και Μ. Τοrok (1996), διατείνονται ότι η αιτία του παθολογικού πένθους δεν είναι η λύπη προερχόμενη από την απώλεια του αντικειμένου αυτή καθαυτή, αλλά το αίσθημα ενός ανεπανόρθωτου αμαρτήματος: του αμαρτήματος της κατακυρίευσης του πενθούντος υποκειμένου από την επιθυμία, του ξαφνιάσματός του από το λιβιδινικό ξεχείλισμα την ακαταλληλότερη στιγμή, την ώρα ακριβώς όπου θα όφειλε να υποφέρει και να παραδίνεται στην απελπισία. Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν μια οικουμενικότητα στο φαινόμενο μιας έστω μικρής αύξησης της λιβιδούς επερχομένης μετά το θάνατο του αντικειμένου, ακόμα και σε συνθήκες φυσιολογικού πένθους…» ( Σ. Μπακιρτζόγλου «Η επαύξηση της λιβιδούς στο πένθος ειδικότερα στο παθολογικό πένθος»).

Γίνεται έτσι κατανοητός ο λόγος-ενδεχομένως-για τον οποίον η Αle, στο έλεος του «παθολογικού» πένθους και της μελαγχολίας, απροκάλυπτα και εύκολα εκτίθεται και παρασύρεται στη δίνη των σεξουαλικών περιπτύξεων, ενώ οι ομήλικοί της βρίσκουν στο ψυχό-σωμα της την επιφάνεια, τον «καμβά» για να προβάλουν τη δική τους «επικηρυγμένη» σεξουαλικότητα, και στο πρόσωπό της να την σκοτώσουν (bulling). Διαμέσου της Ale να στείλουν στην πυρά τις δικές τους σεξουαλικές ενστικτώδεις διεγέρσεις. Η Αle ντρέπεται και τύπτεται (προεξάρχουσα ψυχική συνθήκη στο παθολογικό πένθος), ενώ όσο περισσότερο «ξεπέφτει» τόσο περισσότερο αισχύνεται και ποινικοποιεί τον οργανισμό της, ακόμα περισσότερο καθώς αισθάνεται ένοχη για το θάνατο της μαμάς (**2), προσφέροντας τότε τον ίδιο της τον εαυτόν επανορθωτικά-εν είδει «προβάτου επί σφαγή»- στον ευτελισμό και το «λιθοβολισμό» των εφήβων συμμαθητών τους οι οποίοι, επιτέλους, μπορούν άφοβα πάνω της να βλέπουν τη δική τους εξοστρακισμένη σεξουαλικότητα, να επιτίθενται στο δικό τους «κακό» εσωτερικευμένο αντικείμενο, στο δικό τους σεξουαλικό σώμα (στην εφηβεία η αναδυόμενη σεξουαλικότητα, όταν δεν απαρτιώνεται, μπορεί να επενεργεί εν είδει διωκτικού αντικειμένου).

Ιδού η η λειτουργία του εξιλαστηρίου θύματος (το «μαύρο πρόβατο»), στον ρόλο της πρωταγωνίστριας. Ανέκαθεν και παραδοσιακά ο «τρελός του χωριού» συγκέντρωνε τις αποδιοπομπαίες όψεις και πλευρές όλων των υπολοίπων έτσι ώστε πίσω από τον «τρελό» οι υπόλοιποι να συγκαλύπτουν τη δική τους νοσηρότητα: «αυτός είναι άρρωστος, κοιτάξτε τον, εμείς είμαστε καλά».

Γιατί η Ale δε ζητάει «καταφύγιο» και προστασία στον πατέρα της όταν τη βασανίζουν συστηματικά οι συμμαθητές της; Γιατί του αποκρύπτει την αλήθεια; Γιατί δε γυρεύει τη βοήθειά του; Θα ήταν άραγε επειδή, εν τω βάθει της, επιζητά (ασυνειδήτως) την βάναυση τιμωρία της καθώς έχει «σεξουαλικές ορέξεις και περιπτύξεις», ως δε θα όφειλε, και μάλιστα την ακαταλληλότερη στιγμή, τη στιγμή του θανάτου της αγαπημένης μητέρας της; Αλλά και πού να πάει; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη.

Εγκλωβισμένη όπως νοιώθει ανάμεσα στον «εγκιβωτισμό» με τον πατέρα και το bulling των ομηλίκων, μοιάζε να επιλέγει το δεύτερο, η τελευταία λύση μοιάζει οικονομικότερη για τον οργανισμό της κατά το «μη χείρον βέλτιστον» : η «τριβή» με τους ομήλικους, ακόμα και άκρως αρνητικοποιημένη και καταστροφική, μοιάζει ασφαλέστερη και ως εκ τούτου συμφερότερη για την ομοιόστασή της από τη «παράνομη» ζωή του ζεύγους με τον οιδιποδειακό πατέρα, έως τη στιγμή βέβαια που η έκβαση των πραγμάτων αρχίζει να κορυφώνεται και να τίθεται στην υπηρεσία της ενορμήσεως του θανάτου (κίνδυνος επερχόμενης καταστροφής, στο χείλος της τραγωδίας). Η Αle κάνει τότε τη «σωτήρια» στροφή. Δεν επιστρέφει στον πατέρα της, στα λιμνάζοντα και αναστατωτικά ύδατα της συμβιωτικής βουβαμάρας, αντίθετα διαφεύγει αθόρυβα από όλους και όλα, ξεγλιστράει σχεδόν επιστέφοντας στην πόλη της, στο σπίτι της. Μοιάζει να είναι εδώ που ξεκινάει για εκείνη η πραγματική εργασία του πένθους.

Ωστόσο, η διαφυγή της κόρης μοιάζει να κινητοποιεί ανακλαστικά την εργασία του πένθους και στον πατέρα: ο τελευταίος εξέρχεται του ωσεί «βραδυψυχισμού» του, της αν-εκφραστικότητας, της βουβαμάρας». Μη έχοντας πού να κρεμαστεί «ξυπνάει» ενορμητικά και, γυρεύοντας την κόρη του, παίρνει το νόμο στα χέρια του οδηγώντας την πλοκή σε ένα finale το οποίο μοιάζει να βάζει τον ψυχικό κόσμο του θεατή στη θέση του: ο αληθινός «ένοχος» και πρωτεργάτης του bulling πρέπει να το πληρώσει με την ίδια τη ζωή του.

* 1 Σκηνή -πλάνο όπου φοράει το φόρεμα της μητέρας της και κάθεται να φάει με τον πατέρα της «à deux”, “tête-à-tête”, στο ειδυλλιακό -εορταστικό δείπνο που εκείνος έχει ετοιμάσει για τους δύο.

** 2 Το ατύχημα συνέβη καθώς η μαμά (Lucia) μάθαινε την κόρη να οδηγά.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ